Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Ο μπάρμπας μου ο μπαρμπέρης έφαγε μπαρμπούνια


Αναρτήθηκε από τον/την sarant

Στο χτεσινό άρθρο για τα φαιδρά πορτοκάλεια, εκεί που παρέθετα μερικές από τις εκατοντάδες ελληνικές λέξεις που είναι δάνεια από τα ιταλικά (ή τα βενετικά), ανέφερα και τη λέξη “μπάρμπας”, επειδή όμως έχουμε κι άλλες δάνειες λέξεις στο λεξιλόγιό μας που αρχίζουν από μπαρμπ- σκέφτηκα να γράψω ένα αρθράκι για το φλέγον αυτό θέμα.
Μπάρμπας είναι βέβαια ο θείος, ο αδελφός του πατέρα ή της μητέρας, είναι όμως και προσφώνηση, άλλοτε οικεία και άλλοτε υποτιμητική, προς κάποιον άντρα μεγαλύτερης ηλικίας. Κατά το ΛΚΝ, η προσφώνηση είναι ένδειξη σεβασμού, αλλά νομίζω πως και υποτιμητικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί, π.χ. “Πρόσεχε λίγο, ρε μπάρμπα!” θα φωνάξει ο νεαρός μοτοσικλετιστής στον απρόσεχτο (και ηλικιωμένο) πεζό. Για κάποιον που έχει ισχυρά μέσα και γνωριμίες λέμε “Έχει μπάρμπα στην Κορώνη”, φράση που είναι απομεινάρι της εποχής που η Μεθώνη και η Κορώνη, επί τουρκοκρατίας, βρίσκονταν στα χέρια των Βενετών, οπότε οι κάτοικοί τους μπορούσαν να ζητήσουν τη βενετική διπλωματική προστασία και, σε περίπτωση ανάγκης, να μεσολαβήσουν υπέρ συγγενών τους που κατοικούσαν στον υπόλοιπο Μοριά. Παρόλο που έχουν περάσει αιώνες από τότε, η έκφραση είναι ακόμα πολύ ζωντανή.

Λέμε επίσης “που τον Θεό μπάρμπα νάχεις”, για κάτι που αποκλείεται να γίνει, π.χ. “αν σε πιάσω στα χέρια μου, δεν γλυτώνεις που τον Θεό μπάρμπα νάχεις”. Επίσης, όταν κάποιος επικαλείται ένα αναξιόπιστο πρόσωπο για να στηρίξει τα λεγόμενά του, μπορούμε να του πούμε “Ρώτα και τον μπάρμπα μου τον ψεύτη”, ενώ οι παλιοί πλανόδιοι μικροπωλητές συνήθιζαν να διαλαλούν την πραμάτεια τους φωνάζοντας “Δώσε κι εμένα μπάρμπα”. Πολλά ακόμα θα μπορούσαμε να πούμε για τη λέξη αυτή, όσο κι αν έχει κάπως παλιώσει, ας πούμε για τον μπαρμπα-Γιώργο του Καραγκιόζη ή τον μπαρμπαΜυτούση του κουκλοθεάτρου (ή τον μπαρμπαΜπρίλιο που είχε έναν γάλο πολύ μεγάλο ή ακόμα τον μπαρμπα-Θωμά και την καλύβα του), αλλά λέω να περάσω στην ετυμολογία της λέξης.

Η λέξη “μπάρμπας”, λοιπόν, είναι δάνειο από τα ιταλικά (ή τα βενετικά). Στα ιταλικά, barba είναι η γενειάδα, το πιγούνι, είναι όμως (κυρίως στις βόρειες διάλεκτες) και ο θείος. Στην αρχή της αλυσίδας έχουμε το λατινικό barba, που σήμαινε μόνο τη γενειάδα ή το πιγούνι. Barba non facit philosophum, η γενειάδα δεν κάνει τον φιλόσοφο, λέει η παροιμία, που έχει την αρχή της στον Ηρώδη τον Αττικό. Η σημασία “θείος” εμφανίστηκε στα ιταλικά, ήδη από τον Δάντη. Φαίνεται ότι από τη σημασία “γενειοφόρος, σεβάσμιος άντρας” περάσαμε στη σημασία του θείου, αν και δεν είναι τόσο απλό όσο το παρουσιάζω εδώ.
Η λέξη μπάρμπας είναι μεσαιωνική στα ελληνικά, τη βρίσκουμε π.χ. στον Ερωτόκριτο (Εσήκωσε τη χέρα του, το μπάρμπα του αγκαλιάστη). Το αστείο είναι ότι εμείς χρησιμοποιούμε (και) τη λέξη “μπάρμπας” που έχει ιταλική αρχή, ενώ οι Ιταλοί χρησιμοποιούν (κυρίως) τη λέξη zio, που έχει… ελληνική αρχή, είναι δάνειο από το “θείος”! (Οπότε, τα κερκυρέικα “ο τσίος” και “η τσία” είναι αντιδάνεια).
Από το barba, το ιταλικό γένι, έχουμε κι άλλες λέξεις στο λεξιλόγιό μας. Για παράδειγμα, για να ξεκινήσουμε από τις λέξεις του τίτλου, έχουμε τον μπαρμπέρη, που είναι η λαϊκή (και κάπως παλιωμένη πια) λέξη για τον κουρέα. Κι αυτή μεσαιωνική είναι, και προέρχεται από το ιταλικό barbiere, που και αυτό βέβαια στο barba, τη γενειάδα ανάγεται. Από τον μπαρμπέρη έχουμε και το μπαρμπέρικο, που αριά και πού το βλέπει κανείς σε επιγραφές προχώ κουρείων, και ακόμα πιο προχώ είναι το Barμπεράδικο, όπως λέγεται ένα κουρείο στη γειτονιά μου στο Φάληρο, που δεν ξέρω αν σερβίρει ποτά για να δικαιολογήσει το λογοπαίγνιο της ονομασίας του.
Όσο για το μπαρμπούνι, προέρχεται από το βενετικό barbon, επειδή έχει αυτά τα τριχοειδή αγκάθια στο ρύγχος του, τα μουστάκια που τα λέμε. Γενάτο δηλαδή, άλλωστε η επιστημονική ονομασία του είναι “τρίγλη η μυστακοφόρος”. Τα φασολάκια μπαρμπούνια δεν νομίζω να έχουν μουστάκια, πρέπει να ονομάστηκαν έτσι από το χρώμα τους. Το μπαρμπούνι στα τούρκικα είναι barbunya, επειδή έτσι το ακούσανε από τους Ρωμηούς.
Και οι τρεις λέξεις του τίτλου αναφέρονται έμμεσα (έως πολύ έμμεσα) στην τριχοφυΐα, έχουμε όμως στη γλώσσα μας και πιο άμεσες αναφορές, σε λέξεις που επίσης αρχίζουν από μπαρμπ-. Τις φαβορίτες παλιότερα τις λέγαμε μπαρμπέτες, όπως μου θύμισε το σχόλιο του Δύτη, και υποκοριστικό τους ήταν τα μπαρμπετόνια. Η μπαρμπέτα είναι μια από τις 366 Λέξεις που χάνονται: δάνειο από το βενετικό barbeta (ιταλ. barbetta), υποκορ. του barba. Φημισμένες μπαρμπέτες είχε ο Θ. Δηλιγιάννης, ο μεγάλος αντίπαλος του Τρικούπη στα τέλη του 19ου αιώνα. Θυμάται ο Περικλής Βυζάντιος τον Δηλιγιάννη: «O γέρος με τις άσπρες μπαρμπέτες έβγαινε στο παράθυρο και έβγαζε ένα λόγο που δεν τον άκουγε κανείς, γιατί όλοι φωνάζανε: “Kορδόναρος – Kορδοναρούμπαρος”». Την εποχή του Δηλιγιάννη, οι μπαρμπέτες ήταν η λέξη της καθομιλουμένης· οι φαβορίτες δεν ακούγονταν πολύ. Ο Κουμανούδης στη Συναγωγή νέων λέξεων καταγράφει: «Παραγναθίδες· αι κοινώς μπαρμπέτες». Οι παραγναθίδες δεν μπόρεσαν φυσικά να εδραιωθούν, αλλά οι μπαρμπέτες δεν επωφελήθηκαν· σήμερα λέμε συνήθως φαβορίτες· οι μπαρμπέτες ακούγονται ακόμα, αλλά έχουν σαφώς παλιομοδίτικη απόχρωση.
Σύμφωνα με το Ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη, κι άλλες δυο λέξεις που αρχίζουν από μπαρμπ- ανάγονται στο barba. Αφενός πρόκειται για το μπαρμπούτι, που είναι δάνειο από το τουρκικό barbut,  παιχνίδι με ζάρια. Την τουρκική λέξη, ο Νισανιάν και ο Μπαμπινιώτης την ανάγουν στο βενετικό barbút, που σημαίνει γενειοφόρος, και που είχε πάρει στην αργκό τη σημασία “χρήματα”. Έχουμε και τα μπαρμπούτσαλα, που (με επιφυλάξεις) ο Μπαμπινιώτης τα ανάγει στο βενετικό barbuzzal (μάσκα ηθοποιού) που  ανάγεται στο barba. Το βέβαιο είναι πως από το barba προέρχεται η μπαρμπούτα (< ιταλ. barbuta, επειδή άφηνε το πιγούνι ελεύθερο), είδος κλειστής μεσαιωνικής περικεφαλαίας.
Τέλος, έχουμε και τα νησιά Μπαρμπάντος, νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής, που οφείλει το όνομά του στο ισπανικό barbado (γενειοφόρος), είτε επειδή οι Ισπανοί ναυτικοί συνάντησαν γενειοφόρους ιθαγενείς, είτε από τις μακριές ρίζες ενός είδους συκιάς που ευδοκιμεί εκεί, που θυμίζουν γενειάδα.
Υπάρχουν και καναδυό λέξεις από μπαρμπ- που δεν ανάγονται στο barba και στη γενειάδα: το μπάρμπεκιου (από τα αγγλικά, με προέλευση από τα ισπανικά της Καραϊβικής) και η Μπαρμπαριά, η ονομασία για τη Βορειοδυτική Αφρική, τη χώρα των Βερβέρων -δάνειο ιταλικό με επίδραση από τη λέξη βάρβαρος ή και προέλευση από αυτήν. Στο Τούνεζι στη Μπαρμπαριά μας έπιασε κακοκαιριά, λέει το τραγούδι του Τσιτσάνη. Από μιαν άποψη, βέβαια, και η Μπαρμπαριά έχει κάποια σχέση με τον μπάρμπα: Μπαρμπαριά και Τούνεζι! ήταν η θυμωμένη ατάκα-απάντηση στην προσφώνηση “Μπάρμπα!” -τη χρησιμοποιεί σε ταινίες ο Κωνσταντάρας. Και σε πλήρη μορφή: Μπαρμπαριά και Τούνεζι να σε κόψει.
Αλλά θα τελειώσουμε με μια λέξη που ενώ προέρχεται και αυτή από το barba, δεν αρχίζει από μπαρμπ-. Πρόκειται για τη λέξη βαρβάτος, που εμφανίζεται στη γλώσσα μας στη βυζαντινή εποχή, δάνειο από το λατινικό barbatus (γενειοφόρος), με τη σημασία “ο μη ευνουχισμένος”, όπου η τριχοφυΐα είναι ένδειξη κανονικής λειτουργίας των γεννητικών αδένων. Με την κυριολεκτική σημασία η λέξη λέγεται για ζώα, άλογα ή τράγους, ή ημικυριολεκτικά για άντρες με έντονες ορμές, ενώ έχει πάρει και μεταφορικές σημασίες, του πολύ επιδέξιου στο επάγγελμα ή την επιστήμη του (βαρβάτος δικηγόρος), ή δηλώνει μεγάλο μέγεθος ή μεγάλη ένταση π.χ. βαρβάτη περιουσία, βαρβάτος καβγάς, βαρβάτο μάθημα (που είναι δύσκολο να το περάσεις). Δηλαδή, όπως το λέμε πιο χυδαία, “με αρχίδια”.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου