Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Κώστας Καρυωτάκης - ο ποιητής των Άκρων και της θλίψης

Ένας ακόμα Δημόσιος Υπάλληλος...

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.



Τρίπολη, 30 Οκτωβρίου 1896. Η οικογένεια του Γεωργίου Κ. Καρυωτάκη και της Αϊκατερίνης Σκάγιαννη αποκτά το δεύτερό από τα τρία της παιδιά. Έχει περάσει μονάχα ένας χρόνος από τη γέννηση της Νίτσας όταν έρχεται στη ζωή ο Κώστας Καρυωτάκης...

Ο πατέρας του, νομομηχανικός στο επάγγελμα κατάγεται από τη Συκιά της Κορινθίας ενώ η μητέρα του γεννήθηκε στην Τρίπολη. Το επάγγελμα του πατέρα του και οι συχνές μεταθέσεις είναι η αιτία για να αλλάζει συνεχώς τόπο διαμονής. Περνά από τη Λευκάδα, το Αργοστόλι, τη Λάρισα, την Καλαμάτα ενώ σε ηλικία 13 ετών εγκαθίσταται στην Πάτρα. Τον Αύγουστο του επόμενου χρόνου μνημονεύεται σε διαγωνισμό διηγήματος της Διαπλάσεως των Παίδων και το 1912 μετακομίζουν στα Χανιά της Κρήτης όπου και θα φοιτήσει τις τελευταίες γυμνασιακές τάξεις. Παράλληλα αρχίζει να συνεργάζεται με λαϊκά περιοδικά της Αθήνας όπως Ελλάς, Παρνασός κ.α.

Το 1913 και σε ηλικία 17 ετών αρχίζει ο δεσμός του με την Χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη ενώ τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, απόφοιτος πλέον του γυμνασίου, πηγαίνει στην Αθήνα και γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1917 παίρνει το πτυχίο του στη Νομική. Επιστρατεύεται αλλά λόγω της εγγραφής του στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών παίρνει αναστολή. Ακολουθούν κάποιες απόπειρες άσκησης του δικηγορικού του καθήκοντος, όμως η έλλειψη πελατείας τις καθιστά αποτυχημένες και αναγκάζεται να ζητήσει δημόσιο διορισμό. Τον Φεβρουάριο του ιδίου χρόνο, σε ηλικία 23 ετών, εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων» ενώ τον Σεπτέμβριο εκδίδει με τον Άι Λεβέντη, το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», που παρά την επιτυχία του κυκλοφορεί μόνο σε έξι τεύχη γιατί η αστυνομία απαγορεύει την έκδοσή του. Τον Νοέμβριο διορίζεται στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης ως Γραμματεύς Α' του Υπουργείου Εσωτερικών. Αφού στρατεύεται και ακολούθως απαλλάσσεται οριστικά για λόγους υγείας, μετατίθεται στη Νομαρχία ¶ρτας όπου ασκεί χρέη νομάρχη. Τον επόμενο χρόνο ακολουθεί η μετάθεσή του στη Νομαρχία Κυκλάδων ενώ τον ίδιο χρόνο πετυχαίνει μετάθεση για την Αθήνα όπου υπηρετεί στη Νομαρχία Αττικής.



Εδώ γνωρίζει την Μαρία Πολυδούρη η οποία τον ερωτεύεται και του προτείνει να παντρευτούν αν και γνωρίζει ότι πάσχει από σύφιλη όπως της έχει δηλώσει ο ίδιος. Το 1921 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο "Νηπενθή". Το τέλος του 1923 τον βρίσκει προϊστάμενο του Β' Γραφείου Εποπτείας Εγκαταστάσεως Προσφύγων ενώ τον επόμενο χρόνο ταξιδεύει στη Γερμανία (Βερολίνο, Λιψία) και την Ιταλία (Νεάπολη, Ρώμη, Βενετία). Ακολουθεί μια σειρά από συνεχείς μεταθέσεις: στο Τμήμα Κοινωνικής Υγιεινής ως Γραμματέας του Ιατροσυνεδρίου, στη Διεύθυνση Υγιεινής του Υπουργείου Εσωτερικών, στο Τμήμα Αγαθοεργών Ιδρυμάτων, στο Τμήμα Λοιμωδών Νόσων. Το 1927 εκδίδει την συλλογή του «Ελεγεία και Σάτιρες». Τον Ιανουάριο του επόμενου χρόνου αποσπάται στη Νομαρχία Πατρών και τον Μάιο του ίδιου έτους μετατίθεται στην Νομαρχία Πρεβέζης. Αισθανόμενος αηδία και απόγνωση για τη ζωή αυτής της μικρής πόλης στέλνει απελπισμένα γράμματα σε συγγενείς και φίλους, περιγράφοντας την αθλιότητα και τη μικρότητα που κυριαρχεί εκεί. 




  Ανάπτυξε σοβαρή συνδικαλιστική δράση στα πλαίσια και της ΣΔΥΕ (σημερινή ΑΔΕΔΥ). Για τη δράση του μετατέθηκε (βλέπε περισσότερα για τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες της εποχής του στο τέλος του αφιερώματος).


Το τελευταίο του σημείωμα 
 Στις 20 Ιουλίου, σε ηλικία 32 χρονών, αποφασίζει να θέσει τέρμα στη ζωή του και πηγαίνει στο Μονολίθι όπου γυμνός πέφτει στη θάλασσα και προσπαθεί μάταια επί δέκα ώρες να πνιγεί. Το πρωί της επομένης, αγοράζει ένα περίστροφο και πάει σε ένα καφενεδάκι όπου φυτεύει μια σφαίρα στην καρδιά του. Στην τσέπη του αφήνει το τελευταίο του σημείωμα. Η αυτοκτονία του πρόσφερε στην ποίηση του τη δραματική σφραγίδα της ειλικρίνειας και της συνέπειας και έδωσε αφορμή για μια ουσιαστικότερη γνωριμία και αξιολόγηση του έργου του, απ' αυτή που είχε γνωρίσει μέχρι τότε.

  " Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.

Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι.

Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος.

Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέσει την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας. "


[Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.
Κ.Γ.Κ.

Μερικά ποιήματά του




Φίλε, η καρδιά μου τώρα σα να εγέρασε. Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας, που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε και με την πίκρα κάποτε της πείνας.



Δε θα 'ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης, παρά περαστικός, με την ελπίδα μου, με τ' όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.



Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης. Μ' άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου κι άλλοι το σπίτι θα 'χουν της Ειρήνης.



Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο που επίναμε για να ξαναζητήσω. Θα λείπεις, το κρασί τους θα' ναι αλλιώτικο, όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.



Θ' ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα. Τριγύρω θα 'ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας, και θα 'ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.



ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ



Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Ανθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.



Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια.



Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Αλλος δεν ξέρει οτι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.




Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.

Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,

ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός

πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα...






[ΤΙ ΝΕΟΙ ΠΟΥ ΦΤΑΣΑΜΕΝ ΕΔΩ...]



Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος του κόσμου, δώθε απ' τ' όνειρο και κείθε απ' τη γη! Οταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος, ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιώνια πληγή.



Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός, νοιώθουμε τ' άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο, υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.



Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα, μα θάνατο, καθημερνό θάνατο, με χολή μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνα του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Κι είμαστε νέοι, πολύ



νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ' ένα βράχο, το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά, χάνεται και ρωτιόμαστε τι να 'χουμε, τι να 'χω, που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ' έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!


[ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΠΙΑ...]



Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα, σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο, θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα, απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.



Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου, ωραία να 'ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε, ωραίος ακόμη ο ίδιος ο εαυτός μου.



Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου, στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων, στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου, στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.



Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη χαρά και ικανοποίησις να μένει, κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει, όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι. 



ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ



Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα
πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές.
Κομψά, ρόδινα μέλη πλαστικές
γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα.



Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια.
Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών.
Ένα έχετ' όνειρο: τον αγαθόν
άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια.



Χορός ημιπαρθένων, δυο δυο,
μ' αλύγιστο το σώμα, θριαμβευτικά,
επίσημα και τελετουργικά,
πηγαίνετε στο ντάνσιγκ ή στο ωδείο.



Εκεί απειράριθμες παίρνετε πόζες.
Σαν τη σελήνη πριν ρομαντικές,
αύριο παναγίες, όσο προχτές,
ακούοντας τη «Valenzia», σκαμπρόζες.



Ένα διάστημα παίζετε το τέρας
με τα τέσσερα πόδια κολλητά.
Τρέχετε και διαβάζετε μετά
τον οδηγό σας «δια τα μητέρας».



Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλη,
μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,
ή να βυθομετρούσατε και σεις
με μια φουρκέτα τ' άδειο σας κεφάλι!



Ατίθασα μέλη, διαφανή ρούχα,
γλοιώδη στόματα υποκριτικά,
ανυποψίαστα, μηδενικά
πλάσματα, και γι' αυτό προνομιούχα...





ΜΙΚΡΗ ΑΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΕ Α ΜΕΙΖΟΝ



Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει,
μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο
ίδια τον ένα και τον άλλο;
Τους τρόπους, το παράστημά σας,
το θελκτικό μειδίαμά σας,
το monocle που σας βοηθάει
να βλέπετε μόνο στο πλάι
και μόνο αυτούς να χαιρετάτε
όσοι μοιάζουν αριστοκράται,
την περιποιημένη φάτσα,
την υπεροπτική γκριμάτσα
από τη μια μεριά να βάλει
της ζυγαριάς, κι από την άλλη
πλάστιγγα να βροντήσω κάτου,
μισητό σκήνωμα, θανάτου
άθυρμα, συντριμμένο βάζον,
εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος τελευταίος θα γελάσει;




ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ
ΠΕΝΘΙΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ



Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα 'ναι
ζήτημα ύψους.



Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ' ένα
Αμάλθειο κέρας.



(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!)
Ονειρο ανάγλυφο, θα 'ρθω κοντά σου
κατακορύφως.



Οι ορίχοντες θα μ' έχουν πνίξει.
Σ' όλα τα κλίματα, σ' όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.



Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ' ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
Ετσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ' αρέσω.


ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ



Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.



Ηταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ίδρως, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημιά των τόπων.



Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.



Oλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.




Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,

ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,

«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,

πως θ' αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος..



ΠΡΕΒΕΖΑ



θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.



Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.



Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.



Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.



Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης. 



οι δημόσιοι υπάλληλοι στον μεσοπόλεμο

  αποσπάσματα:

(από το βιβλίο του Δημήτρη Α. Κατσορίδα, Βασικοί σταθμοί του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα 1870-2001, ΑΡ.ΙΣΠΌ.Σ - Γ.Σ.Ε.Ε. Αθήνα, 2008)
 

 
Τον Δεκέμβριο 1925 η δικτατορική κυβέρνηση του Πάγκαλου προχωρά στην άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, η οποία είχε κατοχυρωθεί με το Σύνταγμα του 1911. Ανάμεσα στους απολυμένους ήταν ο Δ. Γληνός, ο Κ. Βάρναλης κ.ά.
σελ. 62
 
Στις 23 Μαρτίου 1927 πραγματοποιείται μεγάλη συγκέντρωση των δημοσίων υπαλλήλων, πρωτοφανής για τα δεδομένα εκείνης της εποχής. Μεταξύ των διεκδικήσεων είναι η απελευθέρωση του γενικού γραμματέα της ΣΔΥΕ, ο οποίος είχε συλληφθεί στη συγκέντρωση της ΓΣΕΕ λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 11 Μαρτίου.
Στις 29 Δεκεμβρίου 1927 πραγματοποιείται η πρώτη απεργια­κή κινητοποίηση των δημοσίων υπαλλήλων με την προκήρυξη δίωρης στάσης εργασίας. Ως αποτέλεσμα της συνδικαλιστικής δράσης των δημοσίων υπαλλήλων η κυβέρνηση ψηφίζει τον Νόμο 3453/12-3-1928 «περί απεργούντων Δημοσίων Υπαλλήλων» και εξαπολύει κύμα διώξεων κατά των συνδικαλιστικών στελεχών. Εκείνη την περίοδο είναι που μετατίθεται ο γενικός γραμματέας της Ένωσης των Δημοσίων Υπαλλήλων Αθήνας και υπάλληλος του Υπουργείου Εσωτερικών, ποιητής Κ. Καρυωτάκης στην Πρέβεζα.
Βέβαια, αφορμή νέων διώξεων για όλο το συνδικαλιστικό κίνημα και την Αριστερά αποτέλεσε για την κυβέρνηση Βενιζέλου ο Νόμος 4429/24-7-1929 «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», γνωστός και ως «Ιδιώνυμο», ο οποίος προέβλεπε τη διάλυση εργατικών σωματείων, όταν, κατά τη γνώμη των κρατούντων, αυτά ξέφευγαν από τους σκοπούς τους και επηρεάζονταν από τις σοσιαλιστικές ιδέες. Με αυτή τη δικαιολογία δεκάδες σωματείων, εργατικών κέντρων και ομοσπονδιών διαλύθηκαν, ενώ πολλοί συνδικαλιστές και εργάτες φυλακίστηκαν και εξορίστηκαν.
σελ. 66
 
Από τις 2-13 Νοεμβρίου 1930 πραγματοποιείται το 4ο Συ­νέδριο της Συνομοσπονδίας των Δημοσίων Υπαλλήλων Ελλάδος (ΣΔΥΕ) μέσα σε βαρύ πολιτικό και κοινωνικό κλίμα. Μία από τις βασικές αποφάσεις του Συνεδρίου είναι και η προώθηση της συνεργασίας με τα συνδικάτα του ιδιωτικού τομέα. Η εν λόγω απόφαση στηρίζεται στην εκτίμηση ότι «οι Δημόσιοι Υπάλληλοι προσφέροντας την εργασίαν των στο Κράτος έναντι αμοιβής σχετίζονται με αυτό σαν εργάτης προς εργοδότη». Έτσι, στις 28 Φεβρουαρίου 1931 γίνεται, πρώτη φορά, κοινή συγκέντρωση ΓΣΕΕ και ΣΔΥΕ με αφορμή τη συζήτηση στη Βουλή του νομοσχε­δίου για τις υπαλληλικές οργανώσεις. Την απεργία των δημοσίων υπαλλήλων, με άρθρο του στην εφημερίδα Ελεύθερο Βήμα (25/2/1931), ο Ελευθέριος Βενιζέλος χαρακτήρισε ως πράξη επαναστα­τική. Το αποτέλεσμα ήταν να ψηφιστεί από τη Βουλή ο Νόμος -1879/8-3-1931, ο οποίος απαγορεύει τη λειτουργία της ΣΔΥΕ και μιας σειράς άλλων δημοσιοϋπαλληλικών οργανώσεων.
σελ. 70-71
 
...Την 1 Απρίλη 1935 δημοσιεύεται συντακτική πράξη "περί αναστολής μονιμότητας των δ.υ:\..
...Μετά από λίγες ημέρες διαλύονται όλα τα σωματεία των δ. υ, σφραγίζονται τα γραφεία τους και κατάσχεται η περιουσία τους. Με την άρση της μονιμότητας, μόνο στους εκπαιδευτικούς απολύονται 520 δάσκαλοι, 50 επιθεωρητές, 90 καθηγητές και γίνονται 6.000 δυσμενείς μεταθέσεις. Με το μεσαιωνικό μέτρο των εκτοπίσεων εξορίζονται όλα τα μέλη της ΚΠΕ».93
σελ. 72
 
Το δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα του Μεσοπολέμου συγκρότησε νέες συλλογικότητες, ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση και διατύπωσε ενδιαφέρουσες θεωρητικές αναλύσεις για το αν οι σχέσεις κράτους και δημοσίων υπαλλήλων είναι σχέση μισθωτής εργασίας και άρα έχουν το δικαίωμα να συνδικαλίζονται. Όπως επισημαίνει η Ε. Αβδελά* (1996, σελ. 93), «Μέσα στη γενικότερη ριζοσπαστικοποίηση που χαρακτηρίζει τη μεσοπολεμική περίοδο, οι δημόσιοι υπάλληλοι οδηγούνται σε σύντομο χρονικό διάστημα να αντικρούσουν την αντίληψη που τους θεωρεί εκπροσώπους του κράτους στο συγκεκριμένο χώρο λειτουργίας τους, αντι­τάσσοντας την άποψη του κράτους/εργοδότη, και να διεκδική­σουν το δικαίωμα στο συνδικαλισμό και την απεργία, όπως οι υπόλοιπες κατηγορίες μισθωτών».
σελ. 74

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου