Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑ-ΦΛΑΣΜΠΕΚ


Του ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*
Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε στις 30 Μαϊου στο Βερολίνο η ημερίδα του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ κατά την οποία παρουσιάστηκε και συζητήθηκε εκτενώς η μελέτη Λαπαβίτσα-Φλάσμπεκ με τίτλο «Η συστημική κρίση του ευρώ: πραγματικές αιτίες και αποτελεσματικές θεραπείες». Στο πολυπληθές ακροατήριο διακρίναμε πολλά στελέχη της γερμανικής Αριστεράς, μεταξύ άλλων τον διευθυντή του Ινστιτούτου Κοινωνικής Ανάλυσης του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ και από τους βασικούς θεωρητικούς του Die Linke Μίκαελ Μπρί, τον γνωστό μαρξιστή οικονομολόγο Ελμαρ Αλτφάτερ, την πρώην υπουργό οικονομικών της τελευταίας κυβέρνησης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας Κρίστα Λουφτ και τον βουλευτή του κόμματος Αντρέϊ Χούνκο. Ας σημειώσουμε επίσης ότι η μελέτη αυτή, που είναι προσβάσιμη διαδικτυακά στα αγγλικά και τα γερμανικά[], ήταν διαθέσιμη, μαζί με άλλο υλικό, σε μια πολύ κομψή έκδοση του Ιδρύματος και διατίθετο δωρεάν στα τραπεζάκια έξω από την αίθουσα.

Η ημερίδα άρχισε με εισηγήσεις των Φλάσμπεκ και Λαπαβίτσα που παρουσίασαν τα βασικά αποτελέσματα της μελέτης. Ο Χάϊνερ Φλάσμπεκ τόνισε τη σημασία της εξέλιξης του μοναδιαίου κόστους εργασίας και τις εντεινόμενες αποκλίσεις στην ανταγωνιστικότητα που δημιουργούνται εντός μιας ενιαίας νομισματικής ζώνης όπου η Γερμανία καταφέρνει και συγκρατεί αυτά τα κόστη, θέτοντας τις βάσεις της εξαγωγικής της μηχανής, ενώ οι χώρες της περιφέρειας σημειώνουν διαρκείς απώλειες που οδηγούν σε αυξανόμενα ελλείματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών και τελικά στην υπερχρέωση. Κατέληξε στο ότι η «τελευταία ευκαιρία για το ευρώ» προϋποθέτει την διόρθωση της υπάρχουσας ασυμετρίας μεταξύ κέντρου και περιφέρειας μέσω μεγάλων αυξήσεων στους γερμανικούς μισθούς ως εναλλακτική στη συντριβή του εργατικού κόστους που επιβάλλεται σήμερα στην περιφέρεια μέσω των Μνημονίων, και αύριο ίσως και στις άλλες χώρες του κέντρου που εμφανίζουν απόκλιση σε ανταγωνιστικότητα με τη Γερμανία (κυρίως Γαλλία και Ιταλία). Τόνισε όμως ότι κάτι τέτοιο μοιάζει ελάχιστα πιθανό υπό τις παρούσες συνθήκες, εξ’ου και η αναγκαία συζήτηση για ανίχνευση λύσεων εκτός ΟΝΕ.
Ο Κώστας Λαπαβίτσας άρχισε την εισήγησή του επισημαίνοντας τη πολιτική σημασία της συζήτησης που άρχισε εντός της γερμανικής Αριστεράς, την οποία χαρακτήρισε «πρωτοπόρα» και ικανή να βγάλει την ευρωπαϊκή αριστερά από την «σχιζοφρένεια» που χαρακτηρίζει την ως τώρα τοποθέτησή της, δηλαδή τον συνδυασμό αυστηρής κριτικής στην ΕΕ και πίστης στην δυνατότητα διόρθωσης και αλλαγής της από τα μέσα. Στη συνέχεια ανέλυσε την ιδιομορφία του ευρώ ως σχέδιο παγκόσμιου νομίσματος βασισμένου σε συμμαχία κυρίαρχων κρατών. Εντόπισε τον πυρήνα της τρέχουσας κρίσης στην αντίφαση ανάμεσα στη διεθνή διάσταση του ευρώ και τον εσωτερικό του ρόλο, μια αντίφαση που εκφράζεται στην συστημικού χαρακτήρα απόκλιση μεταξύ ανταγωνιστικότητας και πληθωρισμού, με αποτέλεσμα τα ελλείματα και τον υπερδανεισμό της περιφέρειας, που χαρακτήρισε ως «κρυμμένη επαναφορά του διεθνούς ρόλου του ευρώ». Κατέληξε στην ανάγκη σύνδεσης της απόρριψης της λιτότητας με την έξοδο από την ΟΝΕ ως μοναδικής ρεαλιστικής πρότασης προς όφελος της εργασίας.
Οι εισηγήσεις των Λαπαβίτσα και Φλάσμπεκ σχολιάστηκαν από τους τρεις συζητητές του πάνελ, τον Θόδωρο Παρασκευόπουλο εκ μέρους του Σύριζα, τον Στέφεν Λέντορφ από το Ινστιτούτο Εργασίας και Κατάρτισης του πανεπιστημίου του Ντούϊσμπουργκ και τον Τόμας Χέντελ, ευρωβουλευτή του Die Linke. Ο Παρασκευόπουλος αντέκρουσε την άποψη περί ανταγωνιστικότητας των Φλάσμπεκ και Λαπαβίτσα, τονίζοντας ότι το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι το επίπεδο των μισθών αλλά των κερδών, που εξηγεί και τις αυξημένες κεφαλαιακές ροές προς τη χώρα κατά την περίοδο που προηγήθηκε της κρίσης. Το πρόβλημα συνέχισε δεν είναι το ευρώ αλλά η αναδιανομή, μια διατύπωση που επανέλαβαν κατόπιν σε όλους τους τόνους και οι επόμενοι γερμανοί παρεμβαίνοντες. Η αναδιανομή αυτή σημαίνει τερματισμό των πολιτικών λιτότητας και ταυτόχρονα όμως μείωση του δημόσιου χρέους, που πρέπει να αποτελεί στόχο της Αριστεράς σύμφωνα με τον Παρασκευόπουλο, μείωση που επιτευχθεί μέσω της αυξημένης φορολογίας των πλουσίων. Ο εκπρόσωπος του Σύριζα ανέλυσε τέλος τη σημασία της πρότασης για συμμαχία του Νότου, την οποία παρουσίασε ως συμμαχία κοινωνικών κινημάτων και προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων και όχι ως σύγλιση μεταξύ των σημερινών κυβερνήσεων.
Ο Στέφεν Λέντορφ άσκησε κριτική στην μελέτη των Λαπαβίτσα και Φλάσμπεκ επισημαίνοντας ότι ανάμεσα στα δύο σενάρια, το «καλό» της μεταρρύθμισης του ευρώ και το «κακό» της συνέχισης των τρεχουσών πολιτικών, πριμοδοτεί το δεύτερο και δεν δίνει τη δέουσα σημασία στο πρώτο. Χωρίς να αποκλείσει την αναγκαιότητα απάντησης σε περίπτωση επικράτησης του «απαισιόδοξου σενάριου» τόνισε πως η πρόταση εξόδου από το ευρώ ισοδυναμεί με αποδοχή αδυναμίας αλλαγής της κατάστασης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και εν τέλει παραίτησης. Ως όρους εναλλακτικής πολιτικής έθεσε το στόχο της αναδιανομής από μια πιο εσωτερική γερμανική σκοπιά, μέσω της κατάργησης των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων της αγοράς εργασίας που προώθησε η κυβέρνηση Σρέντερ το 2003-2004 και της υιοθέτησης ενός δικαιότερου φορολογικού συστήματος.
Ο Τόμας Χέντελ από την πλευρά του εξέφρασε τη συμφωνία του με πολλά σημεία της ανάλυσης που περιέχει η μελέτη των των Λαπαβίτσα και Φλάσμπεκ αλλά όχι με τα συμπεράσματά της. Ασκησε ειδικότερα κριτική στην πρόταση για συντεταγμένη διάλυση της ευρωζώνης θέτοντας το θέμα του πολιτικού υποκειμένου που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα που θα αντικαθιστούσε το ενιαίο νόμισμα. Ενας τέτοιος μηχανισμός ρύθμισης των ισοτιμιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν του φαίνεται λιγότερο ουτοπικός από την σύγλιση μισθών και εισοδημάτων που αποτελεί την πρόταση του Die Linke και την οποία ο ίδιος ανέπτυξε.
Ακολούθησε πλούσια συζήτηση, με δευτερολογίες από τους δύο αρχικούς εισηγητές και πολυάριθμες παρεμβάσεις από το κοινό. Χαρακτηριστικό της συζήτησης ήταν ότι επικεντρώθηκε στις πολιτικές και στρατηγικές πλευρές των ζητημάτων, και ειδικότερα στο κατά πόσο οι προτεινόμενες πολιτικές αναδιανομής και τερματισμού της λιτότητας είναι συμβατές με τους δομικούς καταναγκασμούς της ΟΝΕ και του τρόπου που τίθενται αυτά τα θέματα στην κάθε χώρα. Οπως ήταν αναμενόμενο δεν υπήρξε συμφωνία στα συμπεράσματα, με τους υποστηρικτές του «καλού ευρώ» να τονίζουν την εμπιστοσύνη τους στη δυνατότητα επικράτησης θετικών λύσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο και τους επικριτές του ενιαίου νομίσματος να επισημαίνουν τις διαφορετικές χρονικότητες στους κοινωνικο-πολιτικούς συσχετισμούς ανάμεσα στις χώρες και στην ανάγκη άμεσα υλοποιήσιμων προτάσεων εκεί όπου η κρίση έχει πάρει δραματικές διαστάσεις και όπου η Αριστερά καλείται να κινηθεί σε προοπτική εξουσίας και να αντιμετωπίσει τους αναμενόμενους εκβιασμούς των κυρίαρχων ευρωπαϊκών δυνάμεων.
Στην απογευματινή συνεδρίαση η Σαμπίνε Ράϊνερ, στέλεχος του συνδικάτου Ver.di και αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ παρουσίασε τις προτάσεις των γερμανικών συνδικάτων για ένα ευρωπαϊκό σχέδιο Μάρσαλ, ενώ ο Αξελ Τρόοστ, υπεύθυνος οικονομίας της κοινοβουλευτικής ομάδας του Die Linke παρουσίασε ένα γενικό περίγραμμα των θέσεων του κόμματος σ’αυτόν τον τομέα με βασικά σημεία το συνεχώς επαναλαμβανόμενο από τους γερμανούς ομιλητές τρίπτυχο αναδιανομή-φορολογική μεταρρύθμιση-εργασιακά δικαιώματα.
Το ενδιαφέρον της συζήτησης επικεντρώθηκε κυρίως στην εισήγηση του εκπροσώπου του ΑΚΕΛ Νεοκλή Συλικιώτη, που παρουσίασε τη θέση του κόμματός του για ταυτόχρονη έξοδο από Μνημόνιο και ευρώ, εξαίροντας τη συμβολή των των Φλάσμπεκ και Λαπαβίτσα στην επεξεργασία της πρότασης του ΑΚΕΛ. Ταυτόχρονα φώτισε την πορεία που οδήγησε στις αποφάσεις του Eurogroup για την Κύπρο και που ξεκίνησαν με τις διαπραγματεύσεις επί προεδρίας Χριστόφια για ένα πρώτο Μνημόνιο με στόχο τη διάσωση των κυπριακών τραπεζών, ένα Μνημόνιο που δεν περιελάμβανε τα κατεδαφιστικά μέτρα που επιβλήθηκαν τον Μάρτιο και το οποίο η τρόϊκα αρνήθηκε εν τέλει να επικυρώσει, στοιχιματίζοντας στην ανάδειξη μιας δεξιάς ηγεσίας στις επικείμενες προεδρικές εκλογές. Δήλωσε χαρακτηριστικά πως οι διαπραγματεύσεις με την τρόϊκα, στις οποίες συμμετείχε ο ίδιος, αποτελούν τη χειρότερη εμπειρία όλης της πολιτικής του δράσης και κατέληξε επισημαίνοντας τον αντιδραστικό ρόλο που παίζει πλέον συνολικά η ΕΕ.
Ακολούθησε και πάλι μια έντονη αλλά και πλούσια σε επιχειρήματα συζήτηση, με πολλές παρεμβάσεις από το κοινό αλλά και από τους ομιλητές της πρωινής συνεδρίασης, που συνεχίστηκε μάλιστα πολύ πέραν της προβλεπόμενης από το πρόγραμμα ώρας. Η γενική αίσθηση που επικράτησε είναι ότι ήταν από τις πιο ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις που έχει διοργανώσει το Ιδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ τα τελευταία χρόνια.
Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου