Αναρτήθηκε από τον/την sarant
Αν ξαναφέρνω τώρα στο προσκήνιο το Χαζάιν Πιρούιτ, είναι για να αναγγείλω ένα παρόμοιο διάλειμμα, όμως πολύ μικρότερο από το προπέρσινο, ως την Κυριακή: δηλαδή δεν θα έχουμε καινούργια δικά μου άρθρα αύριο, την Παρασκευή και την Κυριακή, ενώ θα προσπαθήσω να ανεβάσω μερικά μεζεδάκια το Σάββατο. Ακόμα δεν έχω αποφασίσει αν θα ανεβάσω παλιότερα δικά μου άρθρα, ή αναδημοσιεύσεις από άρθρα άλλων που θα άξιζε να συζητηθούν εδώ, ή αν δεν θα ανεβάσω τίποτα -κλίνω προς τη δεύτερη λύση πάντως (πείτε και καμιάν ιδέα).
Χαζάιν πιρούιτ, είπαμε, σημαίνει ο νοικοκύρης διασκεδάζει. Ρώτησα και τον ρωσομαθή υπηρεσίας, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι είναι σωστά τα ρώσικα του Καζαντζάκη, αν και, είπε, το “πιρούιτ” είναι προφορικός τύπος, το πιο κομιλφό είναι “πιρούγιετ”. Ο νοικοκύρης μπορεί να διασκεδάζει αλλά ο Νικοκύρης δεν κάνει το διάλειμμα για να διασκεδάσει, απλώς έχει να τηγανίσει κάτι θηριώδη ψάρια, με νύχια γαμψά. Κι έτσι, νιε πιρούιτ, δεν διασκεδάζει.
Η ιστορία όμως του Καζαντζάκη είναι ωραία, οπότε αξίζει να την παραθέσω κι εδώ:
Στο Ιρκούτσκ, στη Σιβηρία, είχα κάποτε γνωρίσει έναν Ρωμιό φούρναρη που δούλευε μερόνυχτα σκυλίσια, ζύμωνε τη νύχτα, φούρνιζε τα ξημερώματα και πουλούσε τη μέρα το ψωμί. Ζούσε σαν ασκητής και σαν αγριάνθρωπος· δε γλεντούσε, δε γελούσε, δεν παντρεύτηκε, δεν έκανε παιδιά, δεν είχε καιρό.
Μα κάπου κάπου, απότομα, τον έπιαναν τα μεράκια· βαριέστιζε ξαφνικά να φουρνίζει, να ξεφουρνίζει και να πουλάει, σφαλνούσε το φούρνο και κολνούσε απάνω στην πόρτα ένα χαρτί με μεγάλα κόκκινα γράμματα: “ΧΑΖΑΪΝ ΠΙΡΟΥΙΤ”, “Ο νοικοκύρης διασκεδάζει”. Έβανε τα κλειδιά στην τσέπη και το ‘ριχνε έξω. Πήγαινε και έβρισκε κάτι ρεμπέτες φίλους του, έτρωε, έπινε μαζί τους, έκανε χωρατάδες, χόρευε, πήγαινε με γυναίκες, έβανε τα βιολιά να του παίζουν· γλεντούσε δέκα, δεκαπέντε μέρες και νύχτες.
Περνούσαν τα μεράκια του, αλάφρωνε· έσκιζε τότε την ταμπέλα, άνοιγε πάλι τον φούρνο και ξαναρίχνουνταν στη σκυλίσια δουλειά.
Όμοια και μένα μ’ έπιασαν ξαφνικά τα μεράκια, το ‘ριξα στο γλέντι· άρχισα να γράφω μυθιστορήματα. Ο «Αλέξης Ζορμπάς», «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» κι άλλα που θα γράψω, αν θέλει ο «Θεός», δηλαδή ο καιρός, είναι τα δικά μου τα γλέντια· βρήκα κάτι παλιούς φίλους ρεμπέτες, του σκοινιού και του παλουκιού, κάτι καλούς ανθρώπους που αγαπώ, και διασκεδάζω μαζί τους.
Ξεχνώ το φούρνο που έχω ανοίξει και τα ψωμιά που ζυμώνω, γράφω κι εγώ με μεγάλα κόκκινα γράμματα πάνω στην πόρτα μου: ΧΑΖΑΪΝ ΠΙΡΟΥΙΤ και κάνω το κέφι μου. Γελώ, χοντρολογώ, κλώθω αλήθειες με ψευτιές, ανασταίνω νεκρούς αγαπημένους, γυναίκες κι άντρες, βάνω τα μέσα βιολιά και φιαμπόλια να παίζουν. Να ξεσκάσω κι εγώ λίγο· να προφτάσει και μένα τ’ αχείλι μου να γελάσει· να γυρίσει και μένα μια στιγμή ο νους μου τη ράχη του στην άβυσσο και να κοιτάξει τον πράσινο απάνω κόσμο με τα κτενίδια του -ανθρώπους, δέντρα, έντομα, αυτοκρατορίες- και να κυλιστεί κι αυτός, μια στιγμή, σαν ένα γαϊδουράκι την άνοιξη, στο πράσινο χορτάρι.
Κι ύστερα, αλαφρωμένος, θ’ ανοίξω πάλι το φούρνο, θ’ ανάψω τις μεγάλες φωτιές και θα γυρίσω πάλι το πρόσωπό μου κατά την άβυσσο.
Το κείμενο το πήρα από τα 400 γράμματα του Καζαντζάκη προς τον Πρεβελάκη, είναι από την επιστολή αριθ. 344 (6.11.1948), ωστόσο την ιστορία την είχε πρωτοαναφέρει, πολύ συνοπτικά όμως, ο Καζαντζάκης στον Πρεβελάκη σε προηγούμενη επιστολή, δέκα χρόνια νωρίτερα, το 1938. Ο Πρεβελάκης μάς πληροφορεί ότι το ανέκδοτο του Ρωμιού φούρναρη το είχε διηγηθεί στον Καζαντζάκη ο Στ. Διαμαντάρας. Τα πάρεργα και τα γλέντια του Καζαντζάκη ήταν τα μεγάλα του μυθιστορήματα -πώς το έλεγε ο άλλος μεγάλος: Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ’ την δούλεψή της.
Οπότε, κρεμάω κι εγώ μια μικρούτσικη πινακίδα, Χαζάιν νιε πιρούιτ, και πάω να τηγανίσω τα ψάρια μου, αλλά θα τα λέμε μάλλον έτσι κι αλλιώς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου