Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Οι επίορκοι (στον Φώτη Κουβέλη)

Του Κώ­στα Κρεμ­μύ­δα

1949 μ.Χ.

Τη νύχτα εκείνη που τραυματίστηκα
η επανάσταση πέρναγε
τις πιο κρίσιμες ώρες της.
Ο εχθρός προχωρούσε,
είχαμε ανάγκη από στρατό,
δεν έπρεπε να πεθάνω. Δέχτηκα, λοιπόν,
να μου αλλάξουν το κεφάλι,
που ήταν κόσκινο απ’ τις σφαίρες,
μ’ ένα σιδερένιο
που μου το βίδωσε στους ώμους
ένας ψηλός ξερακιανός γιατρός,
που επαναλάμβανε αδιάκοπα:
«Θαυμάσια, όλα πάνε θαυμάσια».
Τ’ άλλο πρωί ξανάφυγα
                                                                               για τη μονάδα μου.
                                                                               Βέβαια όπως είναι γνωστό,
                                                                               οι προδοσίες και τα λάθη
                                                                               τσάκισαν την επανάσταση.
                                                                               Τάσος Λειβαδίτης

«Oλα πά­νε θαυ­μά­σια» δια­κη­ρύτ­τουν οι ε­πίορ­κοι α­πο­στά­τες της τά­ξης, των ι­δεών, της ι­δε­ο­λο­γίας, της ι­στο­ρίας τους, α­σφα­λείς α­πό τη­λε­ο­ρά­σεως. Για­τί δί­πλα στον κό­σμο, ποιος να τολ­μή­σει να βρε­θεί α­ντι­μέ­τω­πος; Κι ας νιώ­θου­με, και το ξέ­ρουν, κομ­μέ­να τα πό­δια και λυ­γι­σμέ­νη την ψυ­χή μας. Για­τί μό­νο οι πω­ρω­μέ­νοι α­ντέ­χουν. Και οι συ­ναλ­λασ­σό­με­νοι. Που κερ­δί­ζουν. Κα­θώς ο πό­νος –α­κό­μα και συλ­λο­γι­κός, α­φή­νει πε­ρι­θώ­ρια κερ­δο­σκο­πίας σε ε­πι­χει­ρη­μα­τίες, πο­λι­τι­κούς, κα­θη­με­ρι­νούς αν­θρώ­πους που ο­σμί­ζο­νται πτώ­μα κι αρ­πά­ζουν την ευ­και­ρία. Οι νε­κροί άλ­λω­στε πα­ρα­μέ­νουν, ι­στο­ρι­κά, μια ε­πι­κερ­δής ε­πι­χεί­ρη­ση. Από το λοι­μό στην Αρχαία Αθή­να –με θύ­μα α­κό­μα και τον η­γέ­της της Πε­ρι­κλή–, ε­ξέ­λι­ξη που συ­νέ­βα­λε στην τε­λι­κή έκ­βα­ση του Πε­λο­πον­νη­σια­κού πο­λέ­μου και στο τέ­λος της Αθη­ναϊκής κυ­ριαρ­χίας στη Με­σό­γειο, μέ­χρι την πα­λιό­τε­ρη (και πρό­σφα­τη) γερ­μα­νι­κή Κα­το­χή, την κα­τάρ­ρευ­ση της Σο­βιε­τι­κής Ένω­σης ή τη δι­κτα­το­ρία του ’67, α­πο­δει­κνύε­ται πως σε έ­κνο­μες πε­ριό­δους το συλ­λο­γι­κό δρά­μα δεν ε­μπο­δί­ζει τους προ­σω­πι­κούς σχε­δια­σμούς και τις α­το­μι­κές βλέ­ψεις.


Και δεν εν­νοώ μο­νά­χα τους γερ­μα­νο­ντυ­μέ­νους, τους Μπου­ρα­ντά­δες –πού ’γι­ναν α­ντι­πρό­ε­δροι στο ΠΑ­ΣΟ­Κ, κι οι α­πό­γο­νοί τους κα­μά­ρια του Δέν­δια–, τους μαυ­ρα­γο­ρί­τες, τα νέα τζά­κια, α­π’ ό­που προέ­κυ­ψαν κα­να­λάρ­χες, κα­τα­σκευα­στι­κές, διοι­κη­τές, πα­νε­πι­στη­μια­κοί, ι­διο­κτή­τες ο­μά­δων, με­γα­λο­ερ­γο­λά­βοι: το έ­πος (οι­κο­δο­μι­κό, α­θλη­τι­κό, α­να­πτυ­ξια­κό, οι­κο­νο­μι­κό) των Ολυ­μπια­κών Αγώ­νων –τα ’λε­γε ο Μαν­δρα­γό­ρας ο Τό­τσι­κας, ο Σκλα­βού­νος, ο Κλαυ­δια­νός, ο Μπουρ­νά­ζος, ο Σιαπ­κί­δης, ο Σα­ρη­γιάν­νης, η Γκουρ­τσο­γιάν­νη, ο Λιε­ρός, η Ια­τρί­δου, τον Σε­πτέμ­βριο του ’97, αλ­λά ποιος τα ά­κου­γε;

Δεν εν­νοώ μο­νά­χα τους με­γι­στά­νες αι­θέ­ρων, πε­τρε­λαίων και τρα­πε­ζών. Άλλω­στε κά­θε κα­θε­στώς –α­πό τον Πα­πα­δό­που­λο μέ­χρι τον Σα­μα­ρά– πα­ρα­μέ­νει δε­λε­α­στι­κό γι’ αυ­τούς που «ελ­πί­ζουν να τη βο­λέ­ψουν»: Από κεί­νο το βι­βλια­ρά­κι του ’70 με τις εκ­θέ­σεις μα­θη­τών στη Νό­τια Ιτα­λίας το «Εγώ ελ­πί­ζω να τη βο­λέ­ψω», ή το «τρού­πω­σα» του Βου­τσά, τα θλι­βε­ρά κι α­νώ­νυ­μα της ι­στο­ρίας που τρα­γου­δή­θη­καν για να ξορ­κι­στού­ν: με τα κο­ρί­τσια πού ’χαν πρώ­τα Γερ­μα­νούς/ τώ­ρα έ­χουν Εγγλε­ζά­κια με κο­ντά πα­ντε­λο­νά­κια/ κι α­πό πί­σω έ­να σύ­νταγ­μα Ινδούς, τη δω­σί­λο­γη λι­μου­ζί­να της Ελέ­νης Πα­πα­δά­κη, ή τους α­γνούς πα­τριώ­τες που κα­τέ­δω­σαν τον α­δερ­φό τους στη Γκε­στά­πο κι ύ­στε­ρα ξε­κί­νη­σε το ε­πι­χει­ρη­μα­τι­κό τους θαύ­μα, ή με­γα­λούρ­γη­σαν στους αι­θέ­ρες που­λώ­ντας σ’ έ­να Γερ­μα­νό έ­να κι­λό μή­λα –αν ζού­σαν σή­με­ρα θα πού­λα­γαν φρά­ου­λες Μα­νω­λά­δας– ό­λα συ­νη­γο­ρούν στην ι­δέα του α­το­μι­κού συμ­φέ­ρο­ντος. Και των προ­τύ­πων που α­να­δει­κνύει. Για­τί στην ε­πι­τυ­χία, ή έ­στω την ε­πι­βίω­ση δεν υ­πάρ­χουν ό­ρια, φραγ­μοί. (Όπως και στην πο­λι­τι­κή). Τα πά­ντα εί­ναι θε­μι­τά. Και δεν αρ­κεί να βρε­θείς α­πλώς α­πέ­να­ντι στο συλ­λο­γι­κό: ό­πως ας πού­με η δυ­να­μι­κή α­περ­γο­σπα­σία, οι σταυ­ρο­δο­σίες, οι νο­θείες, η πα­ρα­χά­ρα­ξη εκ μέ­ρους της ΠΑ­ΣΚΕ, αλ­λά ο­φεί­λεις να συ­γκρου­στείς λυσ­σα­λέα μα­ζί του (ό­πως συμ­βαί­νει με­τα­ξύ ο­πα­δών). Και δεν αρ­κεί να κερ­δί­σεις κά­τι ε­σύ, ό­σο να χά­σει ο άλ­λος: τη θέ­ση, τη ζωή, το κου­ρά­γιο του.

Τα θεω­ρού­με­να ως συλ­λο­γι­κά μορ­φώ­μα­τα δεν ή­ταν πα­ρά ά­θροι­σμα α­το­μι­κών συμ­φε­ρό­ντων. Που α­κό­μα κι ως συλ­λο­γι­κό­τη­τες π.χ. «Πρα­σι­νο­φρου­ροί», δεν κρύ­βουν την α­το­μι­κό­τη­τα του βα­θύ­τε­ρου πό­θου τους: να βο­λευ­τούν οι ί­διοι, και τα παι­διά τους. Μο­νά­δες ε­πευ­φη­μού­σαν τον Πα­πα­δό­που­λο, μο­νά­δες σφίγ­γουν το χέ­ρι του Βε­νι­ζέ­λου, συ­νο­μι­λούν βυ­θι­σμέ­νοι στο εύ­ρος της σκέ­ψης του Ανδρου­λά­κη, ε­κτι­μούν το μει­λί­χιο γλυ­κα­νά­λα­το του Κου­βέ­λη.

Μο­νά­δες και τώ­ρα που οι κα­ρέ­κλες τρι­χο­το­μού­νται, μα­ζί με τις γκρί­νιες. Γι’ αυ­τό οι έ­ξι α­κό­μα θέ­σεις α­να­πλη­ρω­τών υ­πουρ­γών, για­τί πέ­ρα α­π’ την αί­γλη υ­πάρ­χει κι η μι­σθο­δο­σία. Το τι θα α­να­πλη­ρώ­νει; θα το βρού­νε. Εδώ βρή­καν τη μα­γι­κή λέ­ξη «ε­πίορ­κος». Και α­να­ζη­τούν τα πρό­σω­πα. (Όπως στο θε­α­τρι­κό έρ­γο).

Ή ό­πως στο α­νέκ­δο­το: πώς χω­ρούν σ’ έ­να α­θλη­τι­κό κέ­ντρο τρεις πρό­ε­δροι, δυο α­ντι­πρό­ε­δροι, κα­μιά δε­κα­ριά μέ­λη, δύο συ­ντο­νι­στές διευ­θυ­ντές –για­τί τι να σου κά­νει έ­νας μό­νος του; Αμάν έ­κα­νε να ο­ρι­στεί ο προ­ερ­χό­με­νος α­πό τη ΔΗ­ΜΑΡ Κώ­στας Πρί­φτης, και πα­ρά λί­γο να τον πα­ραι­τή­σουν. Πά­λι κα­λά που βρή­καν μπό­σι­κο τον πρώην Λά­ος και νυν ΝΔ, Γιώρ­γο Ανα­το­λά­κη. Που με νω­πό το πλήγ­μα της Βου­λής, α­π’ την α­πώ­λεια της έ­δρας του, μό­λις που πρό­λα­βε να χα­ρεί τη θέ­ση Αντι­προέ­δρου (στο Ε­Α­ΚΝ Αγ. Κο­σμά), και τον πα­ραί­τη­σαν! Του­λά­χι­στον ας του βρουν μια θέ­ση στην Εθνι­κή Βι­βλιο­θή­κη. Που μπο­ρεί να μην πλη­ρώ­νει το ρεύ­μα και να κό­βουν το φως α­πό τις υ­πη­ρε­σίες της του ISBN στο κτί­ριο Κα­βά­λας & Σπύ­ρου Πά­τση, α­πό τις 13 Μαρ­τίου(!) αλ­λά έ­χει έ­να πρε­στίζ. Ιδίως αν εί­σαι πά­νω και κοι­τάς τους άλ­λους α­πό χα­μη­λά. Με συ­γκα­τά­βα­ση. Την ώ­ρα που σέρ­νο­νται.

Ανα­δρο­μι­κά α­πό 1.2.2013 α­νέ­λα­βε ε­πι­τέ­λους υ­πη­ρε­σία, και τις σχε­τι­κές α­μοι­βές: (30.000 ευ­ρώ το α­πλό μέ­λος, 215.000 ευ­ρώ η διευ­θύ­νου­σα σύμ­βου­λος και μό­λις 185.000 ευ­ρώ ο α­να­πλη­ρω­τής Διευ­θύ­νων Σύμ­βου­λος) η Επι­τρο­πή του Τα­μείου Χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής Στα­θε­ρό­τη­τας. Με ό­λο το σε­βα­σμό στον Στουρ­νά­ρα που τους διό­ρι­σε, α­να­ρω­τιέ­μαι για­τί η θη­τεία τους να λή­γει 30 Ιου­νίου 2017, έ­να και χρό­νο με­τά τις προ­βλε­πό­με­νες συ­νταγ­μα­τι­κά ε­κλο­γές; Πώς το ε­πέ­τρε­ψε ο θε­σμι­κός Κου­βέ­λης;

Αυ­τές οι ω­ραίες χει­ρο­νο­μίες του μέλ­λο­ντος που ί­σως κρύ­βουν έ­να τραυ­μα­τι­κό πα­ρελ­θόν.

Αλλά τέ­λος χρό­νου.

 www.epohi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου